Το Τέρας: Ένα διήγημα για το Βερολίνο, μια στοά που ξεπήδησε από το παρελθόν

 

Ένα διήγημα για το Βερολίνο, μια στοά που ξεπήδησε από το παρελθόν και ένα... Τέρας! 

Διήγημα του Απόστολου Λαγαρία

Δίπλα από τη Hackescher Markt στο Βερολίνο, υπάρχουν δύο εσωτερικές στοές, πλάτη με πλάτη, με ένα συμπαγή και μονολιθικό τοίχο λίγο ψηλότερο από τρία μέτρα να τις χωρίζει, σαν μία άλλη εκδοχή σε εντελώς διαφορετική ωστόσο κλίμακα- του Τείχους. 

Εξάλλου η γειτνίαση τους προκαλεί την αίσθηση ενός παράταιρου κολάζ. Δύο διαφορετικές απεικονίσεις, δύο καταστάσεις που προέρχονται από διαφορετικές αφετηρίες σύλληψης του κόσμου και που μόνο εν είδη αστείου θα μπορούσες να τις φανταστείς να συνυπάρχουν. Σαν κάποιος να τις απέσπασε βίαια από το φυσικό τους χώρο και να τις τοποθέτησε μαζί, αντισταθμίζοντας τις φυγόκεντρες τάσεις τους με μία φανταστική κολλητική ταινία.

Στην πρώτη κυριαρχεί το Πράσινο. Όχι τυχαία. Το Πράσινο, της πιο φανταχτερής μορφής του Καπιταλισμού. Στην είσοδο αριστερά οι πολυεθνικές έχουν αθροίσει τις επωνυμίες τους. Princess goes to Hollywood. Mac: Make-up art cosmetics. H&M. B54-contactlinsen. Hilfiger-Denim. Και φυσικά οι περιφερειακές δραστηριότητες του shopping-world: Spirit Yoga. Cart-postal. Souvenir shop. GeldAutomat machine. Take-away-coffee. Happy Hour. Business Lunch. Και ξανά από την αρχή, σε συνεχή εγρήγορση non-stop. Coffee Break – Business Lunch – GeldAutomat.

Στέκομαι στην περιστρεφόμενη κλίμακα που ξεκινά από τη στοά και ανεβάζει στους ορόφους. Μεταλλική με επιχρυσωμένο κάγκελο. Πράσινο + Χρυσός. Η σπείρα της ανόδου σου προκαλεί όταν τη βλέπεις από κάτω την αίσθηση του ιλίγγου. Κάποιος Ιάπωνας τραβάει βίντεο. Αυτός ταιριάζει με το χώρο απόλυτα, θα μπορούσαν να τον βαλσαμώσουν εκεί ακριβώς να στέκεται στο άνοιγμα της σκάλας με το κεφάλι και την κάμερα στραμμένα προς τα πάνω, ζωντανό μνημείο του ανθρώπινου θαυμασμού για τα επιτεύγματα της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας.

Οπισθοχωρώ. Πισωπατώ λίγα μέτρα για να μην αναγκαστώ να στρέψω πλάτη. Είμαι έξω, στην ουδέτερη πραγματικότητα της τυπικής Βερολινέζικης οδού. Κίνηση. Δευτέρα πρωί. Η υγρασία δημιουργεί μία ψευδαίσθηση ότι έχει βρέξει.

Μπαίνω απευθείας στη δεύτερη στοά και είναι σαν να έκανα ένα βήμα προς το παρελθόν. Σοβάδες γκρεμισμένοι στις όψεις των περιμετρικών κτιρίων. Γκρίζα, μαύρη σχεδόν από τη βρωμιά, απόχρωση της πέτρας του δαπέδου. Κουτάκια από φθηνή μπύρα πεταμένα στη γωνία. Σκόνη που έμεινε από καιρό και απέκτησε όγκο, φύλλα και φέιγ βολάν σκορπισμένα κάτω, παράλληλα στον τοίχο. Γκράφιτι με ευφάνταστες απεικονίσεις. Μορφές από καρτούν. Ζώα της αποκάλυψης. Παντού σε κάθε σημείο, σε κάθε πιθανή γωνία πολύχρωμες μορφές, σημειακές εξαιρέσεις ενός γκρίζου που κυριαρχεί.
Συλλέγω κάποιες λέξεις από τους τοίχους.

Soon.

He’s gone & I am still here.

Love

Love

Love

Love

Love


Χίλιες φορές Love.



Συνειδητοποιώ ότι δεν είναι παρελθόν. Είναι σαν να επιθυμούσε κάποιος να αναβιώσει ένα παρελθόν, και το χρησιμοποιήσει ως υπόβαθρο για να υποδεχτεί μία ζωή που συνεχίζεται. Μία νέα ζωή, ανατολικά του Τείχους. Οι χρήσεις που αναπτύσσονται οφείλουνε να είναι αυστηρά μίας avant-garde φιλοσοφίας. Kino-Café. Gallery, τα ονόματα στα γραμματοκιβώτια μόλις που διακρίνονται πίσω από τη βρωμιά, ξεχασμένα αφισάκια από παλιά event, ορνιθοσκαλίσματα από ανεξίτηλο στην επιφάνεια μεταλλικών κουτιών. Νοσταλγικός φουτουρισμός. Το απόσταγμα από την εξάτμιση μίας υγρής μορφής πολιτισμού που μούλιασε για χρόνια σε αρκετούς βαθμούς από αλκοόλ.

Στο βάθος η στοά στενεύει. Κάτι που φαντάζει σαν μια πύλη, και που από πάνω έχουν κυριολεκτικά κρεμάσει έναν πτερόσαυρο σε πραγματικές διαστάσεις, να γέρνει το μεταλλικό του ράμφος προς τα κάτω απειλητικά εποπτεύοντας το πέρασμα. Διασχίζω την πύλη που είναι σαν μία δεύτερη, μικρότερη στοά και βρίσκομαι στο πιο βαθύ, στο πιο απόκρυφο σημείο. Ο χώρος εδώ πια αποκτάει τετραγωνικές αναλογίες, ανοίγεται σαν ένα αίθριο προφυλαγμένο μεθοδικά από την οπτική επαφή με τον έξω κόσμο.


Από αριστερά προς τα δεξιά: Μια πόρτα ανοικτή που οδηγεί σε σκάλες. Απότομη άνοδος, ένα παχύ υπόστρωμα από σκόνη επικάθεται στα μάρμαρα. Κάποιος ανεβοκατεβάζει κιβώτια απροσδιόριστου περιεχομένου, ακούγεται το αγκομαχητό του για αρκετή ώρα αφού εξαφανιστεί στην πρώτη απότομη στροφή μετά το έκτο σκαλοπάτι.

Δίπλα ακριβώς σε επαφή, το μπαρ. Με αποτελεσματικά συνειδητή και ερειπωμένη αισθητική, σαν στοιχειωμένος πύργος. Eschschloraque, CoctailBar. Δε ξέρω τι σημαίνει, θα θυμηθώ να δω στο λεξικό. Κάποια αναρριχόμενα φυτά απροσδιόριστου είδους κρέμονται πάνω από τα ανοιχτά παράθυρα. Στο αίθριο, ακριβώς μπροστά από την είσοδο, μία κοπέλα με μελαχρινό καρέ μαλλί καθαρίζει με ένα πανί τέσσερις πάγκους. Κάθε ένας έχει διαφορετικό χρώμα. Πράσινο-Κόκκινο-Κίτρινο-Μπλε. Δε με κοιτά.

Γυρνάω λίγο ακόμη προς τα δεξιά και το αντικρίζω. Στη μέση ακριβώς του αιθρίου, δεσπόζει ένα φρικιό. Τέρας, βγαλμένο από τον πιο τρομακτικό εφιάλτη. Το ύψος ξεπερνά τα τρία μέτρα. Γουρλωμένα μάτια μύγας. Προβοσκίδα. Φτερά δράκου. Χοντρή ολοστρόγγυλη κοιλιά αρκούδας. Ένα τεράστιο στόμα σα σχισμή. Χυτοσίδηρος. Αδρή επιφάνεια σε απόχρωση μελιτζανί. Το κοιτάζω καταμέτωπο. Το διερευνώ. Τα μάτια του αποπνέουν μία γλυκύτητα. Μία πίστη. Μία τυφλή υπακοή. Όπως αυτά ενός σκυλιού. Αποφασίζω ότι το συμπαθώ. Αποφασίζω ότι το συμπαθώ πολύ περισσότερο από τον κόσμο εκεί έξω. Σίγουρα περισσότερο από το Πράσινο και το Χρυσό και τις Πολυεθνικές.

Κάθομαι σε έναν από τους πάγκους, ελπίζοντας ότι δε θα έρθει η κοπέλα για να καθαρίσει. Ακούω φωνές. Στρέφω το βλέμμα προς την πύλη. Ένα ζευγάρι με τις μηχανές στο χέρι. Φωτογραφίζουνε. Γελούν. Περιεργάζονται. Γελούν ξανά. Έπειτα ακολουθούνε και άλλοι. Ένας ψιλόλιγνος με ατημέλητο μαλλί και φλογισμένα μάτια. Δύο κυρίες καλοντυμένες με τσάντες ασορτί. 

Ο Ιάπωνας, ο ίδιος αυτός Ιάπωνας με τη βιντεοκάμερα στο χέρι. Όχι ίσως τελικά ίσως να μην είναι κολάζ. Ίσως να είναι ο ίδιος κόσμος. Ίσως να είναι ένας τρόπος που το Πράσινο θα χρησιμοποιεί το Γκρίζο για να ανθίζει απορροφώντας με τις ρίζες κάθε γόνιμη ουσία και αποβάλλοντας τα υπολείμματα της βιολογικής του διεργασίας ξανά στη γη. Στο χώμα. Στο υπόστρωμα. Στη γόνιμη λιπαντική ουσία που το θρέφει. Είναι παντού - μην σε αφήσει να ξεγελαστείς. Ακόμη και εδώ στα Ανατολικά του Τείχους.

Το Τέρας όμως; Ναι, το τέρας είναι γνήσιο. Ελεύθερο. Αυτόβουλο. Αυτό διέφυγε από την προσοχή τους. Και ίσως μια μέρα θα ανοίξει απότομα, χωρίς προειδοποίηση, τα φτερά του, τα μέλη του θα αναριγήσουν με ένα υπόκωφο μεταλλικό τρίξιμο, μεγεθυμένο από τη σκουριά που συσσωρεύει η απραξία μέσα στους αιώνες, και άρα πιο τρομακτικό από ποτέ, η προβοσκίδα του θα ορθωθεί ψηλά και απειλητικά, τα μάτια του θα αστράψουνε ενάντιά τους.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά. Και τότε το απίθανο συμβαίνει. Και μένω άναυδος κυριολεκτικά να τα παρατηρώ όλα αυτά να γίνονται μπροστά στα μάτια μου, εκείνη τη στιγμή που είμαι ακόμη καθισμένος στο σκονισμένο πάγκο. Το Τέρας, ναι το ορκίζομαι, αρχίζει να κουνιέται όπως περίπου το φαντάστηκα. 

Χτυπάει τα φτερά του πάνω-κάτω διαρκώς, γυρίζει το κεφάλι περιστροφικά, παράξενα σαν μεθυσμένο, τρίζει, αγκομαχά, δυναμώνει ένα μουγκρητό από τα σωθικά του, συνεχίζει, τι στο διάολο συμβαίνει, η κοπέλα με το πανί ούτε που το κοιτά, και έπειτα εκείνο με ένα τελευταίο βρυχηθμό σωπαίνει, ο απόηχος από το τρίξιμο των γραναζιών διαρκεί για ένα δευτερόλεπτο ακόμη και επανέρχεται η σιωπή.

Κοιτάζω γύρω και εστιάζω στο ζευγάρι με τις μηχανές. Με κοιτούν και αυτοί. Γελάνε. Διαβάζουνε ανάγλυφα την απορία στο πρόσωπό μου. Και έπειτα μου φωνάζουν από μακριά.

«Μπορείς και εσύ να το κάνεις να ξυπνήσει! Δες εδώ.. εδώ», μου δείχνει η κοπέλα μία σχισμή σε ένα μεταλλικό κουτί κοντά στη βάση του γλυπτού. «Μπορείς....αλήθεια! Αρκεί να ρίξεις ένα ευρώ».


Διάκριση στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό του εκδοτικού οίκου ‘Παράξενες Μέρες’, 2013.
Δημοσιευμένο στην ομώνυμη ηλεκτρονική συλλογή διηγημάτων (Απόστολος Λαγαρίας, Το Τέρας)